κοινά

pl. τα κοινά государственные дела; политика

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κοινά" в других словарях:

  • κοινά — κοινός common neut nom/voc/acc pl κοινά̱ , κοινός common fem nom/voc/acc dual κοινά̱ , κοινός common fem nom/voc sg (doric aeolic) κοινός common neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινᾷ — κοινός common fem dat sg (doric aeolic) κοινόω communicate pres subj mp 2nd sg (doric) κοινόω communicate pres ind mp 2nd sg (epic doric) κοινόω communicate pres subj act 3rd sg (doric) κοινόω communicate pres ind act 3rd sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κοινὰ τὰ φίλων. — См. Одна думка одно и сердце …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Τὰ τῶν φίλων κοινά. — τὰ τῶν φίλων κοινά. См. Второй я …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • κοινᾶι — κοινᾷ , κοινός common fem dat sg (doric aeolic) κοινᾷ , κοινόω communicate pres subj mp 2nd sg (doric) κοινᾷ , κοινόω communicate pres ind mp 2nd sg (epic doric) κοινᾷ , κοινόω communicate pres subj act 3rd sg (doric) κοινᾷ , κοινόω communicate… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοίν' — κοινά , κοινός common neut nom/voc/acc pl κοινά̱ , κοινός common fem nom/voc/acc dual κοινά̱ , κοινός common fem nom/voc sg (doric aeolic) κοινά , κοινός common neut nom/voc/acc pl κοινέ , κοινός common masc voc sg κοινέ , κοινός common masc/fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινανέοντα — κοινᾱνέοντα , κοινανέω pres part act neut nom/voc/acc pl (epic doric ionic aeolic) κοινᾱνέοντα , κοινανέω pres part act masc acc sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινανία — κοινᾱνίᾱ , κοινωνία communion fem nom/voc/acc dual (doric) κοινᾱνίᾱ , κοινωνία communion fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινανίας — κοινᾱνίᾱς , κοινωνία communion fem acc pl (doric) κοινᾱνίᾱς , κοινωνία communion fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινάν — κοινά̱ν , κοινός common fem acc sg (doric aeolic) κοινά̱ν , κοινών partners masc nom/voc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοινάσομαι — κοινά̱σομαι , κοινόω communicate aor subj mid 1st sg (epic doric) κοινά̱σομαι , κοινόω communicate fut ind mid 1st sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.